Ασφαλιστικό  Για το ενιαίο ταμείο τύπου 

Για το ενιαίο ταμείο τύπου

Του Δημήτρη Γ. Κουμπιά

Στις 11 Μαΐου 2007, ένα μήνα πριν από τις εκλογές της ΕΣΗΕΑ, σε συνέντευξη προς την «Παρασκευή+13» - στο συνάδελφο Στέλιο Φωκά -, υπό την ιδιότητα του μέλους του τότε Δ.Σ. και ως υποψήφιος στις επερχόμενες εκλογές, είχα μιλήσει για «άνοιγμα του ασφαλιστικού από εμάς», υποστηρίζοντας ότι «το συγκεκριμένο πρόβλημα θα το βρούμε μπροστά μας ως επόμενη διοίκηση, όποια και αν είναι. Θα το βρει μπροστά του ο κλάδος από την επόμενη κυβέρνηση, όποια θα είναι αυτή. Η κυβέρνηση λέει θα ανοίξει το ασφαλιστικό στην επόμενη τετραετία. Τα Ταμεία τα δικά μας τα καλοβλέπουν γιατί είναι υγιή και κάποια στιγμή, όταν ανοίξει τα ασφαλιστικό, το πιθανότερο είναι ότι θα θελήσουν να μας ενοποιήσουν με κάποιους άλλους. Προσωπική μου άποψη είναι ότι θα πρέπει να ανοίξουμε εμείς το ασφαλιστικό, δηλαδή η επόμενη διοίκηση της ΕΣΗΕΑ, πριν το κάνει η κυβέρνηση.

Πιστεύω ότι θα πρέπει και σε συνεννόηση με τα άλλα Ταμεία του κλάδου, να γίνουν κάποιες αναλογιστικές μελέτες και να κάνουμε μια πρόταση στην κυβέρνηση. Αφού θέλεις να ενοποιήσεις, εμείς έχουμε πρόταση για το πώς θα το κάνεις. Πιστεύω ότι έτσι το ασφαλιστικό θα αλλάξει με το λιγότερο οδυνηρό τρόπο για μας και ίσως με έναν τρόπο που μπορεί να μην είναι καν οδυνηρός».

Συμπτωματικά, την ημέρα της δημοσίευσης της συνέντευξης, που φυσικά είχε δοθεί νωρίτερα, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Χοακίν Αλμούνια έθετε σχεδόν τελεσιγραφικά στην κυβέρνηση θέμα ασφαλιστικού «το οποίο πρέπει ει δυνατόν να έχει λυθεί ως το 2010». Παραβίαζα συνεπώς ανοικτές πόρτες όταν μιλούσα για άνοιγμα του ασφαλιστικού από εμάς, από το σύνολο των εργαζομένων στο χώρο του Τύπου, ενώ ήδη ήταν σαφής η κυβερνητική πρόθεση ομαδοποίησης Ταμείων.

Μετά τη δημοσίευση της συνέντευξης, κάποιοι συνάδελφοι – ακόμη και από το συνδυασμό με τον οποίο μετείχα στις εκλογές – μου ζήτησαν διευκρινήσεις ή και… εξηγήσεις για τις θέσεις μου, που άλλωστε δεν τις εξέφραζα για πρώτη φορά. Ήταν αυτοί που – όταν έλεγα τα ίδια πράγματα, κατά τη διάρκεια της θητείας μου στο Δ.Σ. - στρουθοκαμήλιζαν και επιμένουν να στρουθοκαμηλίζουν και τώρα – εκούσια ή… ακούσια -, ζητώντας να μην αλλάξει τίποτε σε ό,τι αφορά το Ταμείο των Δημοσιογράφων.

Απαντώντας στους συναδέλφους, από τις στήλες της εφημερίδας αλλά και μέσω του site της παράταξης, ανέπτυξα τους προβληματισμούς μου και απηύθυνα το ερώτημα: «Γιατί να μην ξεκινήσουμε εμείς το εγχείρημα της ομαδοποίησης, με στόχο τη δημιουργία ενός Ενιαίου Ταμείου Τύπου που θα καλύπτει συντάκτες, προσωπικό, τεχνικούς και όλους τους άλλους εργαζόμενους του κλάδου; Ένα Ταμείο στο οποίο θα ενταχθούν ισχυρά Ταμεία όπως το ΤΣΠΕΑΘ, το ΤΑΤΤΑ και το ΤΑΙΣΥΤ, αλλά και άλλα με μικρότερη προίκα.

Όταν μετά από αναλογιστικές και άλλες μελέτες – που θα αφορούν στην περίθαλψη και την επικούρηση -, είμαστε σε θέση να παρουσιάσουμε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο στα μέτρα μας, θα αντιμετωπίσουμε με επιτυχία την όποια επιβουλή και το ενδεχόμενο ένταξής μας σε ασφαλιστικούς οργανισμούς άσχετους με τα ΜΜΕ. Προστατεύοντας και πιθανότατα αναβαθμίζοντας τις παροχές μας.

Ταυτόχρονα, μια τέτοια κίνηση θα αποτελέσει σημαντικό βήμα στη συγκρότηση του Συνδικάτου Τύπου για το οποίο όλοι κόπτονται, με πολλά λόγια και λίγες πράξεις.

Επιβάλλεται τώρα, όσο ποτέ άλλοτε, η ανασυγκρότηση της συνδικαλιστικής μας έκφρασης με τη μετεξέλιξη του Διασωματειακού σε Συνδικάτο Τύπου, με αναβάθμιση της λειτουργίας της ΕΣΗΕΑ έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες, εδραιώνοντας τον ηγετικό της ρόλο».

Τα γεγονότα δυστυχώς με επαληθεύουν. Δικαιώνομαι όταν μιλούσα για «επιβουλή και ενδεχόμενο ένταξής μας σε ασφαλιστικούς οργανισμούς άσχετους με τα ΜΜΕ». Η «επιβουλή» είναι ξεκάθαρη: Αφού η κυβέρνηση δεν μπορεί ή δεν θέλει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από τον ισχύοντα «νόμο Ρέππα»,καλύπτοντας τα ελλείμματα του ΙΚΑ και των άλλων προβληματικών Ταμείων, επιχειρεί τη συγχώνευση εύρωστων οργανισμών με προβληματικούς. Απλώνει το χέρι – αρπακτικό βέβαια και όχι βοηθείας – σε όσα Ταμεία δεν είναι ελλειμματικά, για να χρηματοδοτήσει με τα αποθεματικά τους τα δικά της χρέη στο ασφαλιστικό σύστημα.

Όσο για το «ενδεχόμενο ένταξής μας σε ασφαλιστικούς οργανισμούς άσχετους με τα ΜΜΕ», μετά τις εξαγγελίες Μαγγίνα περί Ταμείου Επιστημόνων, έπαψε να είναι «ενδεχόμενο» και είναι πλέον ορατός κίνδυνος. Κίνδυνος που δεν αντιμετωπίζεται με τις ηρωικές επαναστατικές κραυγές «κάτω τα χέρια από τα Ταμεία», αλλά με την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων που δεν θα αφορούν μόνο τους δημοσιογράφους αλλά το σύνολο των απασχολούμενων στην Ενημέρωση ή ακόμη και στην Επικοινωνία, που σήμερα φτάνουν τους περίπου 30.000 σε όλη την Ελλάδα και είναι διασκορπισμένοι σε διάφορα Ταμεία ή ακόμη – όπως οι τεχνικοί της τηλεόρασης – στο ΙΚΑ.

Δεν είναι εξάλλου αβάσιμες οι υποψίες που εκφράζονται ότι πέρα από το προφανές – την προσπάθεια λεηλασίας του Ταμείου μας -, η κυβερνητική επιχείρηση κρύβει και επικοινωνιακό τρικ. Επιχειρεί να στρέψει εναντίον μας άλλες κοινωνικές τάξεις, εμφανίζοντάς μας να επιδιώκουμε να αποτελέσουμε ειδική εξαίρεση. Και δυστυχώς κάποιοι, πιστεύω καλοπροαίρετα αλλά λανθασμένα, δίνουν επιχειρήματα στην κυβέρνηση που χρησιμοποιεί επικοινωνιακά την κόντρα με τους δημοσιογράφους, για να στείλει το μήνυμα ότι είναι αποφασισμένη να λύσει το Ασφαλιστικό και ξεκινάει από το «ρετιρέ». Με άλλοθι τη σκληρή γραμμή στους δημοσιογράφους, που θεωρούνται ισχυροί, ετοιμάζεται η επέλαση εναντίον του συνόλου των ασφαλισμένων. Δεν είναι δυνατόν η κυβέρνηση να αγνοεί το αυτονόητο, ότι οι δημοσιογράφοι δεν έχουν καμιά σχέση με τους δικηγόρους, τους γιατρούς, τους φαρμακοποιούς και τους μηχανικούς και ότι άλλο πράγμα οι μισθωτοί και άλλο οι ελεύθεροι επαγγελματίες.

«Τα νέα Ταμεία που θα δημιουργηθούν (μετά τις όποιες ρυθμίσεις του
Ασφαλιστικού) πρέπει να προκύπτουν από ομοειδή Ταμεία και να εξετάζονται σε συνδυασμό με τη μορφή των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων. Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, σε έναν φορέα να εντάσσονται αυτοαπασχολούμενοι και μισθωτοί μαζί», επισημαίνει σε παρέμβασή του που δημοσιεύτηκε στο «Έθνος» της Τρίτης 20/11, την επομένη των εξαγγελιών Μαγγίνα, ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής Γιώργος Κουτρουμάνης.

Και σε άλλο σημείο της παρέμβασής του, ο κ. Κουτρουμάνης σημειώνει:
«Ποια ασφαλιστική λογική έχει η ενοποίηση του Ταμείου των γιατρών ή των μηχανικών με το Ταμείο των Δημοσιογράφων, των τεχνικών τύπου ή των εφημεριδοπωλών. Είναι σαφές ότι δεν υπάρχει αυτή η ασφαλιστική λογική.
Από την άλλη πλευρά, είναι δυνατόν για έναν εργαζόμενο που έχει διανύσει στο Ταμείο του και με συγκεκριμένο καθεστώς 15, 20 ή και 30 χρόνια ασφάλισης, να μετατρέπεται αυτό το καθεστώς προς το δυσμενέστερο, με βάση το τι ισχύει στο άλλο Ταμείο; Αυτό δεν είναι ασφαλιστικά και κοινωνικά δίκαιο».

Εξάλλου, είναι «ασφαλιστικά και κοινωνικά δίκαιο» το δικό μας Ταμείο να εκδίδει... εγγυητικές επιστολές σε μηχανικούς; Αντιδρώντας στα κυβερνητικά σχέδια για ένταξη του ΤΣΜΕΔΕ στο «Ταμείο Επιστημόνων» ο πρόεδρος του ΤΕΕ Γιάννης Αλαβάνος, αφού καταγγέλλει την επαπειλούμενη κατάργηση της αυτοτέλειας του Ταμείου των μηχανικών αποκαλύπτει ότι «το ΤΣΜΕΔΕ έχει δράση αναφορικά με τους ενεργούς μηχανικούς, εκδίδοντας περίπου 70.000 εγγυητικές επιστολές κάθε έτος»

Δυο μέρες μετά τα κατά τον πρόεδρο της ΕΣΗΕΑ Πάνο Σόμπολο «μαύρα μαντάτα του κ. Μαγγίνα», η «Συσπείρωση Δημοσιογράφων – Δούρειος Τύπος» σε ανακοίνωσή της στις 21/11,μεταξύ άλλων υποστήριζε:

«Μόνη λύση για την υπεράσπιση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων μας και για τη διεκδίκηση βελτιώσεων, είναι η απαίτηση για ένα Ενιαίο Ταμείο των Εργαζομένων στην Ενημέρωση (δημοσιογράφων, διοικητικών, τεχνικών). Η πρόταση αυτή αποκαθιστά την ενότητα στον κλάδο, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για συνδικαλιστική εξυγίανση (το «στοιχειωμένο» Συνδικάτο
Τύπου) και –κυρίως- συγκροτεί μια δύναμη ικανή να αντισταθεί στην επίθεση του νεοφιλελευθερισμού στο ασφαλιστικό.

Όσοι απορρίπτουν αυτή την προοπτική, καθηλωμένοι στη θέση «να μείνουμε στα δικά μας», δεν υπερασπίζονται –όπως ισχυρίζονται- τα σημερινά και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των δημοσιογράφων. Εξ αντικειμένου συντηρούν ένα διαβρωμένο πελατειακό καθεστώς που χαρίζει εκατομμύρια ευρώ στους εργοδότες των ΜΜΕ και στις κυβερνήσεις («απώλειες» αγγελιοσήμου, εισφοροκλοπές κ.λπ). Την ίδια στιγμή που ανέχονται αυτή τη ληστεία (ακόμα και τα «Δομημένα») έχουν το θράσος να παρουσιάζουν άλλους εργαζόμενους (λ.χ. τους τεχνικούς της ραδιοτηλεόρασης), είτε ως παρείσακτους, είτε ως «εχθρούς» των δημοσιογράφων(!).

Το Ενιαίο Ταμείο και αύριο το Συνδικάτο Τύπου είναι η απαραίτητη τομή που –αν και έχει καθυστερήσει- ανοίγει το δρόμο για να αντισταθούμε ουσιαστικά στους εργοδότες και τις κυβερνήσεις. Όλα τα άλλα –αργά ή γρήγορα – οδηγούν σε ήττα και στο ΙΚΑ. Όσοι δυσπιστούν ας αναλογιστούν την ασφαλιστική και εργασιακή μοίρα των άλλοτε κραταιών σωματείων και Ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων, του ΟΤΕ και της ΔΕΗ.

Είναι ώρα αγώνων αλλά και σοβαρών και γενναίων αποφάσεων».

Οι απόψεις μου, μπορεί να μη βρίσκουν – ακόμη; - ανταπόκριση στους κόλπους της παράταξης με την οποία μετείχα στις εκλογές, χωρίς να εκλεγώ αυτή τη φορά μένοντας πρώτος επιλαχών, ίσως γιατί «τρόμαξα ή και δυσαρέστησα κάποιους με τα περί ανοίγματος του ασφαλιστικού από εμάς», όπως μου ελέχθη. Είναι όμως σχεδόν ταυτόσημες όχι μόνο με αυτές της «Συσπείρωσης» - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι… προσχωρώ σε αντίπαλη παράταξη -, αλλά και συναδέλφων που είναι ασφαλισμένοι στο ΤΑΤΤΑ και το ΤΑΙΣΥΤ, στα εύρωστα Ταμεία με τα οποία μαζί με το ΤΣΠΕΑΘ προτείνω να αποτελέσουν τους ακρογωνιαίους λίθους του Ενιαίου Ταμείου Τύπου, ΜΜΕ, Ενημέρωσης ή όπως αλλιώς θα λέγεται.

Όλοι – πρέπει να – συμφωνούν ότι είναι απαραίτητη μια γενναία μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού και όλοι διστάζουν να το αγγίξουν. Οι
κυβερνήσεις και οι πολιτικές ηγεσίες γιατί φοβούνται το «πολιτικό
κόστος», ενώ οι κοινωνικοί εταίροι επειδή τρέμουν το «συνδικαλιστικό κόστος». Όσο για τους άμεσα ενδιαφερόμενους, τους εργαζόμενους, ανησυχούν για το μέλλον, πιστεύουν ότι «κάτι πρέπει να γίνει», χωρίς όμως να θιγούν οι ίδιοι.

Ίσως η κυβέρνηση αναγκαστεί να παγώσει για μια ακόμη φορά το θέμα, επιχειρώντας να συντηρήσει το σύστημα με κάποια μπαλώματα και να αφήσει να βγάλει το φίδι από την τρύπα αυτός που θα κυβερνά όταν τα πράγματα θα έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Υπάρχει ωστόσο και η ευθύνη των κοινωνικών εταίρων, των συνδικαλιστών, που δεν επιτρέπεται να εγκαταλείψουν το ασφαλιστικό στη μοίρα του για να μην καταβάλουν το κόστος της όποιας λύσης. Και να πληρώσουν οι επόμενοι, που δεν εκπροσωπούνται στις ηγεσίες που μετέχουν – ή αρνούνται να συμμετάσχουν – στο διάλογο.

Έστω και τώρα, στο παρά πέντε αν όχι στο και πέντε, αφού δώσαμε δείγματα γραφής με την απόλυτα επιτυχημένη απεργία μας, είναι η ώρα να προτείνουμε μια κοινή πορεία με τους άλλους εργαζόμενους στα ΜΜΕ και τους συναφείς κλάδους, με στόχο το Ενιαίο Ταμείο Τύπου.

Ένα παράθυρο, ή μάλλον… χαραμάδα, προς αυτήν την κατεύθυνση ανοίγει η κοινή ανακοίνωση του ΕΔΟΕΑΠ και των τεσσάρων Ενώσεων που μετέχουν σ'
αυτόν, της ΕΣΗΕΑ, της ΕΣΗΕΜΘ, της ΕΠΗΕΑ και της ΕΠΗΕΘ, που εκδόθηκε πριν από την απεργία. «Η οποιαδήποτε αναδιάταξη στους ασφαλιστικούς φορείς» τονίζεται, «μπορεί να είναι θετική μόνον έπειτα από επιστημονικό σχεδιασμό και ανυπερθέτως με την αποδοχή των ίδιων των ασφαλισμένων». Η επισήμανση αυτή πάντως δεν περιλαμβάνεται στο ψήφισμα της απεργιακής συγκέντρωσης, που επιδόθηκε στην κυβέρνηση και τους πολιτικούς αρχηγούς. Για να προτείνεις λύσεις, πρέπει και να τις θέλεις. Και προφανώς δεν είναι λύση το «κάτω τα χέρια από το Ταμείο».